Κατευθυντήριες οδηγίες

Η συστηματική παρακολούθηση των γυναικών με καρκίνο του μαστού μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας τους είναι υποχρεωτική και έχει τους εξής στόχους

  • Τον έλεγχο για την εμφάνιση της τοπικής υποτροπής*.
  • Τον έλεγχο για την εμφάνιση νέας νεοπλασίας. Οι ασθενείς με καρκίνο του μαστού έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα  να εμφανίσουν δεύτερη νεοπλασία στο μαστό ή τις ωοθήκες.
  • Τη διάγνωση μεταστατικής νόσου.

*Τοπική υποτροπή ονομάζεται η επανεμφάνιση κακοήθειας στον ίδιο μαστό, η οποία παρουσιάζεται ύστερα από ένα χρονικό διάστημα από την ολοκλήρωση της αρχικής θεραπείας όπου η γυναίκα είναι «ελεύθερη νόσου». Η τοπική υποτροπή μπορεί να εμφανιστεί ύστερα από μαστεκτομή ή ογκεκτομή και ακτινοβολία ή ύστερα από συντηρητική θεραπεία ενδοπορικού καρκινώματος in situ. Αποτελέσματα μελετών αποδεικνύουν ότι η εφαρμογή νέων θεραπευτικών σκευασμάτων σε ασθενείς με τοπική υποτροπή που διαγιγνώσκεται σε αρχικό στάδιο επηρεάζει θετικά το αποτέλεσμα της θεραπείας, συνεπώς και την πρόγνωση της ασθενούς, επιτυγχάνοντας τη μείωση της θνησιμότητας.


Οι οδηγίες παρακολούθησης γυναικών ύστερα από διάγνωση καρκίνου του μαστού διαφέρουν από χώρα σε χώρα. Οι κατευθυντήριες αυτές οδηγίες δεν πρέπει να θεωρηθούν ειδικές για όλες τις ασθενείς, καθότι κάθε περίπτωση είναι διαφορετική και έχει τις ιδιαιτερότητές της, ενώ ακόμη ορισμένα ερωτήματα παραμένουν αναπάντητα ακόμη από τους ειδικούς επιστήμονες.

Οι κατευθυντήριες οδηγίες που έχουν οριστεί από την Αμερικανική Εταιρεία Κλινικής Ογκολογίας (ASCO) του 1998 και οι πιο πρόσφατες του 2006 προτείνουν ύστερα από ογκοπλαστική επέμβαση μαστού ή ογκεκτομή να διενεργείται:

Αυτοεξέταση: Κάθε μήνα.

Μαστογραφία: Το πρώτο 6μηνο ύστερα από συντηρητική επέμβαση μαστού και μετά τη συμπλήρωση της ακτινοθεραπείας και έπειτα ετησίως.

Κλινική εξέταση και παρακολούθηση: Κάθε 3-6 μήνες για τα πρώτα 3 έτη. Κάθε 6-12 μήνες για τα επόμενα 2 έτη. Κάθε χρόνο για το υπόλοιπο της ζωή τους.

Υπερηχογράφημα κάτω κοιλίας: Συνιστάται κάθε χρόνο για όλες τις γυναίκες που έχουν υποβληθεί σε επέμβαση και λαμβάνουν ταμοξιφένη. Σε περίπτωση αιμορραγίας θα πρέπει αμέσως να αναφέρουν το σύμπτωμα στον γιατρό τους.

Άλλες απεικονιστικές εξετάσεις που προτείνονται είναι η ακτινογραφία θώρακος, το υπερηχογράφημα ήπατος, το σπινθηρογράφημα οστών, η αξονική τομογραφία, το FDG-PET.  Η συχνότητα των εξετάσεων αυτών εξαρτάται από τον θεράποντα γιατρό, τη συμπτωματολογία της εξεταζόμενης και από τους γενικότερους παράγοντες κινδύνου.

Η μέτρηση οστικής πυκνότητας συστήνεται  κάθε 1-2 χρόνια σε ασθενείς που λαμβάνουν θεραπεία με αναστολέα του ενζύμου της αρωματάσης.

Κατευθυντήριες οδηγίες σύμφωνα με τις Ευρωπαϊκές Οδηγίες του 2006.
Η προτεινόμενη παρακολούθηση της πορείας των ασθενών με καρκίνο μαστού είναι η μαστογραφία ετησίως, ενώ άλλες διαγνωστικές εξετάσεις διενεργούνται μόνο όταν υπάρχουν κλινικές ενδείξεις.

Οι οδηγίες που προτείνονται από άλλους ιατρικούς φορείς, όπως το International School of Breast Ultrasound (ISBUS) και η DE/Ö/S-GUM, είναι ο συνδυασμός διενέργειας ψηλάφησης, μαστογραφίας και υπερηχογραφήματος μαστών:

Μέχρι 24 μήνες ύστερα από συντηρητική επέμβαση μαστού:

  • Κάθε 6 μήνες συστοίχως.
  • Κάθε 12 μήνες αμφοτερόπλευρα.

Μετά  24 μήνες:

  • Κάθε 12 μήνες αμφοτερόπλευρα.

Στην Ελλάδα προτείνεται η ψηλάφηση, η μαστογραφία και το υπερηχογράφημα να διενεργούνται συνδυαστικά:

Τους πρώτους 24 μήνες ύστερα από ογκεκτομή:

  • Κάθε 6 μήνες συστοίχως.
  • Κάθε 12 μήνες αμφοτερόπλευρα.

Μετά  36 (24) μήνες:

  • Μαστογραφία κάθε 12 μήνες αμφοτερόπλευρα.
  • Μαγνητική μαστογραφία σε περιπτώσεις που υπάρχουν αμφίβολα ευρήματα.

Επιπρόσθετες εξετάσεις προτείνονται ύστερα από συντηρητική χειρουργική επέμβαση μαστού ή ογκοπλαστική σε ασθενείς υψηλού κινδύνου ή με κληρονομική προδιάθεση ή εμφάνιση της νόσου σε νεαρή ηλικία. Το προτεινόμενο πρωτόκολλο παρακολούθησης στις περιπτώσεις αυτές είναι:

Η ψηλάφηση και το υπερηχογράφημα έως 24 μήνες έπειτα από συντηρητική επέμβαση μαστού,

  • Κάθε 3 μήνες στο χειρουργημένο μαστό.
  • Μαγνητική μαστογραφία ή PET μετά τους 18 μήνες (χρησιμοποιείται ως εξέταση αναφοράς).

Το Πρωτόκολλο που προτείνεται για την τεχνική της μαστογραφίας ύστερα από διάγνωση καρκίνου του μαστού:

Σε μαστεκτομή: Δεν διενεργείται καμία απεικόνιση παρά μόνο πλαγιοπλαγία εικόνα αν υπάρχει εναπομείναντας ιστός.

Σε ογκεκτομή: Διεξάγεται κανονικά η μαστογραφία σε πλαγιοπλάγιο και κεφαλοουραίο επίπεδο. Γίνονται επιπρόσθετες λήψεις όταν κρίνεται απαραίτητο (μεγεθυντικές ή πλαγία εικόνα).

Σε αποκατάσταση με Transverse Rectus Abdominis Myocutaneous Flap (ΤRΑΜ) από την περιοχή της κοιλιάς ή ανάπλαση με μυοδερματικό κρημνό από τη μασχάλη: Διενεργείται πλαγιοπλαγία και κεφαλοουραία εικόνα.


Για τη διάγνωση τοπικής υποτροπής ύστερα από μαστεκτομή και σε περίπτωση τοποθέτησης ενθέματος σιλικόνης: Διενεργείται υπερηχογράφημα και  μαγνητική μαστογραφία.

Από μελέτες που έχουν διεξαχθεί έχει παρατηρηθεί ότι συνήθως η τοπική υποτροπή σε ποσοστό 80% εμφανίζεται τα πρώτα 5 χρόνια μετά τη μαστεκτομή. Έχουν όμως σημειωθεί περιπτώσεις όπου η τοπική υποτροπή μπορεί να εμφανιστεί έπειτα από 15 χρόνια από την ολοκλήρωση της αρχικής θεραπείας. Συνεπώς η παρακολούθηση των γυναικών αυτών συστήνεται καθόλη τη διάρκεια της ζωή τους.

Η παρακολούθηση των γυναικών με καρκίνο του μαστού πρέπει να γίνεται από ειδικό ογκολόγο ή χειρουργό μαστού, που σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να συνεργάζονται στενά με τον ακτινολόγο, τον κυτταρολόγο και τον παθολογοανατόμο.