Ποιοι παράγοντες επηρεάζουν την πυκνότητα του μαστού;

Είναι πλέον επιστημονικά τεκμηριωμένο και αποδεκτό από διεθνείς επιστημονικές ενώσεις ότι ο πυκνός μαστός αυξάνει τον κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου, ενώ οι γυναίκες με πυκνούς μαστούς θα πρέπει να υποβάλλονται σε επιπλέον εξειδικευμένο απεικονιστικό έλεγχο. Ωστόσο, τι επηρεάζει την πυκνότητα των μαστών μας;

  • Μπορεί η πυκνότητα των μαστών να αλλάξει με τη διατροφή; Το λίπος στη διατροφή μας συνδέεται με την πυκνότητα των μαστών;

Η πρόσληψη λίπους από τις τροφές δεν επηρεάζει την πυκνότητα των μαστών. Ωστόσο, η πρόσληψη λίπους συνδέεται με αυξημένο Δείκτη Μάζας Σώματος (ΔΜΣ), μία μέτρηση του σωματικού λίπους που βασίζεται στην αναλογία ύψους και βάρους. Ο αυξημένος ΔΜΣ συνδέεται με αυξημένο λιπώδη μαστικό ιστό. Τα υψηλά ποσοστά του ΔΜΣ μειώνουν την πυκνότητα του μαστού αλλά μπορεί να μην μειώσουν το συνολικό ποσοστό του πυκνού ιστού. Ο ΔΜΣ και η πυκνότητα του μαστού αποτελούν δύο ξεχωριστούς παράγοντες κινδύνου, για καρκίνο μαστού. Πριν από την εμμηνόπαυση, ο χαμηλός ΔΜΣ αυξάνει τον κίνδυνο για ανάπτυξη καρκίνου μαστού αλλά μετά την εμμηνόπαυση, η αύξηση του βάρους και του ΔΜΣ αυξάνει και τον κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου μαστού.

  • Μπορεί η λήψη οιστρογόνων να επηρεάσει την πυκνότητα των μαστών;

Η αύξηση της πυκνότητας των μαστών, όπως εντοπίζεται στη μαστογραφία, είναι πολύ κοινή ανάμεσα σε γυναίκες που λαμβάνουν συνδυασμό ορμονών (οιστρογόνα και προγεστερόνη) και αφορά περίπου το 21% με 43% των γυναικών αυτών, συγκριτικά με την αύξηση της πυκνότητας που εμφανίζουν οι γυναίκες που λαμβάνουν χαμηλές δόσεις οιστρογόνων από το στόμα (6%) ή διαδερμικά (2%). Η αύξηση της πυκνότητας είναι ευκρινής ήδη με την έναρξη της ορμονοθεραπείας. Η αύξηση κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου μαστού σε γυναίκες με πυκνούς μαστούς θα πρέπει να περιορίζει τη χρήση εκτενούς ορμονοθεραπείας πέρα από τα 3 με 5 έτη. Στις γυναίκες που σταματούν να λαμβάνουν ορμονοθεραπεία για την αντιμετώπιση των μετεμμηνοπαυσιακών συμπτωμάτων μειώνεται σταδιακά και η πυκνότητα των μαστών τους.

  • Εάν μία γυναίκα έχει επιβιώσει από καρκίνο μαστού, υπάρχει περίπτωση να έχει αυξημένο κίνδυνο να νοσήσει ξανά με καρκίνο μαστού εάν έχει πυκνούς μαστούς;

Ναι. Η γυναίκα με πυκνούς μαστούς που έχει επιβιώσει από καρκίνο μαστού εμφανίζει 1.8 φορές μεγαλύτερο κίνδυνο να αναπτύξει καρκίνο και στον άλλο μαστό. Ωστόσο, η πυκνότητα των μαστών και ο συνδεόμενος με αυτήν κίνδυνος μπορεί να μειωθεί με την κατάλληλη θεραπεία. Τα πρώτα δύο χρόνια μετά την αρχική διάγνωση, με την κατάλληλη θεραπευτική αγωγή, η μείωση της πυκνότητας των μαστών όπως διαφαίνεται από τη μαστογραφία φτάνει στο 10% ή και περισσότερο και συνδέεται με ουσιαστικό μειωμένο κίνδυνο εμφάνισης καρκίνου στον άλλον μαστό. Η πρόληψη του πιθανού νέου κινδύνου μπορεί να συμβάλλει στη χάραξη της κατάλληλης αγωγής μετά την ολοκλήρωση της θεραπείας – ειδικότερα τη συνέχιση φαρμάκων χημειοπροφύλαξης, όπως η ταμοξιφαίνη και οι αναστολείς της αρωματάσης, τα οποία σε ορισμένες γυναίκες μειώνουν την πυκνότητα των μαστών.

  • Η άσκηση επηρεάζει την πυκνότητα των μαστών;

Όχι. Ωστόσο η άσκηση μπορεί να μειώσει την ποσότητα του λίπους στον μαστό και καθώς η «πυκνότητα του μαστού» αντικατοπτρίζει τη σχετική ποσότητα του ινώδους (πυκνού) μαστού και του λίπους, η εμφανής πυκνότητα μπορεί να αυξηθεί.

  • Η πυκνότητα των μαστών κληρονομείται;

Η πυκνότητα των μαστών κληρονομείται σε κάποιο βαθμό, παρόλο που είναι μάλλον δύσκολο να το προβλέψουμε. Εάν η μητέρα μιας ασθενούς είχε πυκνό μαστό, είναι πιθανότερο να έχει και η ίδια.

  • Η αύξηση της πυκνότητας εξαιτίας του θηλασμού επηρεάζει τη δυνατότητα των απεικονιστικών εξετάσεων να διαγνώσουν περιστατικά καρκίνου;

Ναι. Οι αλλαγές στον μαστό κατά τη διάρκεια του θηλασμού μειώνουν την ακρίβεια των απεικονιστικών ελέγχων (της ψηφιακής ή της μαγνητικής μαστογραφίας). Η γενικότερη σύσταση είναι η διενέργεια των απεικονιστικών ελέγχων να γίνεται κάποιους μήνες μετά το τέλος του θηλασμού, εκτός από περιπτώσεις όπου η γυναίκα θηλάζει για μεγάλο χρονικό διάστημα και ανήκει σε ομάδα υψηλού κινδύνου. Στις περιπτώσεις αυτές διενεργείται πρώτα υπερηχογράφημα. Εάν είναι απολύτως απαραίτητο να ακολουθήσει και απεικονιστικός έλεγχος με μαστογραφία, τότε συστήνεται να προγραμματιστεί ο θηλασμός αμέσως πριν την εξέταση.

  • Υπάρχει σύνδεση μεταξύ των πυκνών μαστών και των μεταλλάξεων του παθογενούς γονιδίου BRCA;

Οι δύο αυτές καταστάσεις, ο πυκνός μαστός και οι μεταλλάξεις του γονιδίου BRCA αποτελούν ανεξάρτητους παράγοντες κινδύνου ανάπτυξης καρκίνου μαστού. Ωστόσο, οι μεταλλάξεις των γονιδίων BRCA 1 και BRCA 2 συνδέονται με σαφώς μεγαλύτερο κίνδυνο ανάπτυξης καρκίνου μαστού συγκριτικά με αυτόν που ενέχουν οι πυκνοί μαστοί, ενώ στις περιπτώσεις όπου οι γυναίκες φέρουν αυτό το γονίδιο εμφανίζεται πολύ μεγαλύτερος κίνδυνος να νοσήσουν σε νεαρή ηλικία, όπου οι μαστοί είναι συνήθως πιο πυκνοί, καθιστώντας τη μαστογραφία λιγότερο αποτελεσματική.

  • Πώς οι γυναίκες με πυκνό μαστό κάτω των 40 ετών μπορούν να βρουν πληροφορίες για την πυκνότητα των μαστών τους και να προστατευτούν από τον επιπλέον κίνδυνο που αυτοί ενέχουν για την ανάπτυξη καρκίνου;

Οι πυκνοί μαστοί αποτελούν ένα ζήτημα όσον αφορά στον απεικονιστικό έλεγχο με μαστογραφία. Πριν την πρώτη λοιπόν μαστογραφία στα 40 έτη, δεν υπάρχει λόγος μία γυναίκα μεσαίου κινδύνου να ενημερώνεται για αυτό. Οι γυναίκες με ιστορικό καρκίνου μαστού που δεν έχουν ξεκινήσει ελέγχους με μαστογραφία, θα πρέπει να ενημερώσει τον γιατρό της για τους προσωπικούς της παράγοντες κινδύνου και να σχεδιάσουν από κοινού το δικό της πρόγραμμα απεικονιστικού ελέγχου. Σε γενικές γραμμές, εάν η μητέρα ή η αδελφή μιας γυναίκας είχε διαγνωστεί με καρκίνο μαστού πριν την ηλικία των 50, τότε η ίδια θα πρέπει να ξεκινήσει τον απεικονιστικό έλεγχο δέκα χρόνια νωρίτερα από την ηλικία εκδήλωσης καρκίνου του συγγενούς της, αλλά όχι πριν την ηλικία των 30.

 
Πηγή: DenseBreast-info.org